(Κάθοταν πάνω από γράμματα σκόρπια, και δε έβρισκε ούτε μισή συλλαβή πρόθυμη να πιάσει την αρχή και να ξεμπλέξει τα κουβάρια του..)
-Ρε, πονάει. Το καταλαβαίνεις;
Ούτε αέρας, ούτε αφρός, τίποτα δεν είναι. Κι όμως πονάει.. ενοχές με αγκάθια, και λέξεις - κλειδωμένες σε μαύρα κουτιά, δεμένες με αλυσίδες και λουκέτα, να μη βγουν ποτέ από το σκοτάδι και τραυματίσουν τις λιακάδες. Μουτζουρωμένες - φωτογραφικά αποτυπωμένες - μνήμες, αρώματα παντρεμένα με χρόνους, κι ένα μυαλό να διαλύεται, σ' ένα οξύ παραβρασμένο συναίσθημα. Από λευκό συννεφάκι που επιπλέει σε απέραντα γαλάζια, δεν περιμένεις μπόρες.. χωρίς κεραυνούς, χωρίς σκοτεινιά, σα να σκίζεται το στερέωμα και βρέχει δάκρυα. Και ποτίζουν τους φόβους μου, και μεγαλώνουν, και φτάνουν τον Θεό μου πια..
- Υπερβάλλεις..
- Μπορεί..
(Εκείνη προσπαθούσε να τον γειώσει. Γινόταν πάγος και χιόνι και κρύο, υγρά αναχώματα για τόνους εξομολογησεων, πηχτή λάβα, επικίνδυνη..)
-Στοπ. Αλλάξτε θέσεις. Πάμε πάλι..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου