Η εικόνα μου να κρατάω τα κουφώματα της πόρτας του μπάνιου στο σπίτι που γεννήθηκα, με το κεφάλι ψηλά και να σκέφτομαι στα 5 μου μόλις χρόνια, πως δε θέλω να μεγαλώσω, είναι η κρυφή μου ταυτότητα. Δεν ήθελα να μεγαλώσω. Φοβόμουν το χρόνο, αυτή την αόρατη απόσταση ανάμεσα σε μένα και την λατρεμένη μου γιαγιά. Τον χρόνο που για εκείνη έτρεχε και για μένα μόλις που μπουσούλαγε. Το χρόνο, που εκείνη την κυνηγούσε σαν αρπακτικό να τη φάει, και μαζί μου έπαιζε σαν κουτάβι.
Με φόβιζαν οι ρυτίδες, τα αφυδατωμένα χέρια, και όλα αυτά που δε μπορούσαν να κάνουν οι γιαγιάδες κι οι παππούδες. Ακόμα τα φοβάμαι, αλήθεια. Γιατι το ένα ακολουθεί το άλλο κι είναι συνέχειά του..ο χρόνος, η γέννηση, η φθορά, ο θάνατος, κι ο χρόνος πάλι..
(Δεν έχει πλάκα όλο αυτό. Όσο και να γελάω με βασανίζει και με κάνει να αισθάνομαι χαμένη.. Κανένας δε βγαίνει νικητής σε αυτό το παιχνίδι. Άλλος νωρις, άλλος αργότερα. Εθιζόμαστε στις ανάσες και τα χαμόγελα, και η ψευδαίσθηση της σκοπιμότητας και του λόγου, δίνουνε μια κάποια απόχρωση αξίας στο κενό. Κάτι σαν χρωματιστό καπνό. Τόσο ουσιαστικό.)
(Ρε γιαγιά, μου λείπεις..)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου