Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Σάπιες σκέψεις

Μπήκε γρήγορα μέςα λέγοντας "καλημέρα", τόςο διακριτικά και σιγά, που κανένας δεν άκουςε για να ανταποκριθεί. Ακούμπησε τα κλειδιά και τα τσιγάρα του στο γραφείο. Όση ώρα έκανε να βγάλει από πάνω του το μπουφάν, σκεφτόταν. Τραβώντας το κασκόλ, κι απορροφημένος από τη φαντασία του, ένιωσε να πνίγεται λίγο κι αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει και το αριστερό του χέρι, που ήταν για κάτι τέτοιες δουλειες -βοηθητικές.
Έβγαλε το κινητό από την τσέπη, το πέταξε αδιάφορα πάνω στο επιμελώς κι ατάκτως φορτωμένο του χαρτοβασίλειο, και πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει καφέ.
(Ούτε ο ίδιος δεν καταλάβαινε πως άφησε να γίνει αυτό. Μια καλπάζουσα φαντασία ανέστησε εικόνες, από το μακρινό πια, παρελθόν. Τόσο μακρινές και τόσο νεκρές, που άνοιξαν πόλεμο στην άπνοια της καθημερινότητας και την κερδίζουν κατά μέτωπο.)
Γύρισε πισω κρατώντας προσεχτικά την κούπα που έδειχνε να ξεχυλιζει χωρίς να πέςει σταγόνα κάτω. Άχνιζε ο καφές, απειλώντας να κάψει την άκρη της γλώσσας του και λίγο από τον ουρανίσκο. Τον κοιτούσε και σκεφτόταν, και μέσα σ'αυτή την αλληλεπίδραση, παραδόθηκε, υπνωτισμένος στο άρωμα.
-Ω να σου γαμ...!! ακούστηκε δευτερόλεπτα αργότερα, και με ένα τίναγμα απομάκρυνε το καυτό φλιτζάνι από το στόμα του. Τέσσερις σταγόνες καφέ έσταξαν κι έτρεξαν πάνω στο γραφείο ακολουθώντας τη συνήθεια.

Άνοιξε τον υπολογιστή, σκούπισε τις αδέσποτες σταγόνες, κι έκατσε στην άκρη της καρέκλας. Έσκυψε μπροστά, πάνω από τον καφέ, κρατώντας το κεφάλι του, έτοιμος να φιλήσει την σκονιςμένη οθόνη του. Τίποτα ακόμα. Η φαντασία του, έκανε κουμάντο στο μυαλό του, στις αισθήσεις του, στα μάτια του, στα ένστικτά του. Έπρεπε να βγεί μπροστά. 

Κοιτούσε κλεφτά το κινητό του. Το παρενοχλούσε, για να βεβαιωθεί πως δεν έχασε κανένα μύνημα, καμία κλήση. "Καλύτερα κλειστό" σκέφτηκε, αλλά δεν άντεχε ούτε τη σιωπή ούτε την αγωνία. "Γιατί να βάζω τρικλοποδιές στην τύχη μου;; Κι αν στείλει; Άν χρειαστεί κάτι και με πάρει; Αν θελήσει να κάνει το πρώτο βήμα;"

Είχε πολλά μέσα στο κεφάλι του. Προβλήματα, ως επί το πλείστον, καθημερινότητα, λογαριασμούς, και τέσσερα πέντε τραγούδια που βολοδέρναν κουρασμένα από την επανάληψη εδώ και μήνες. Τα στρίμωξε όλα στη γωνία, σήκωσε τον καφέ του, έγειρε προς τα πίσω - να πάρει απόσταση από την οθόνη- μια γουλιά, βαθιά ανάσα, και..
Και τίποτα. Ούτε δουλειά, ούτε ηρεμία, ούτε πραγματικότητα. Οι εικόνες που πρόβαλε το μυαλό στα μάτια του, ήταν πιο ζωντανές από τον ίδιο.

Λίγο πιο μακριά, κάποιος σκεφτόταν με ανάλογο τρόπο. 

Ωρίμασαν οι σκέψεις τους. Περισσότερο.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου