Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Βράδυ Σου

Σκεφτόταν τί ηθελε να δοκιμάσει πρώτο: το περιεχόμενο του κολωνάτου ποτηριού, με το θολό κίτρινο χρώμα, και το άγνωστης προελευσης, γεύσης και χρηστικότητας, ακομα πράσινο ξερό ανθάκι (μα τί ναι τούτο παλι;), ή τη γεύση του κραγιόν της που είχε απλωθεί σαν βαθύ γκρενά γλάσο πάνω στα χείλια της, και σιγά σιγά γινόταν ένα με τη γλύκα της;
Του μιλούσε, κι αυτός έψαχνε πότε μέσα στα μάτια της, να βρεί το ψέμα, το ψεγαδι, το "ψι" το δικό του, και κάποιες φορές τις κινησεις των χειλιών της, καθώς του μίλαγε για τόσα πολλά πράγματα, άγνωστα μέχρι εκείνη του τη μεγάλη στιγμή. Εβλεπε τις λέξεις να στριμώχνονται η μια πισω από την άλλη, και στο χαμόγελο της να πετανε σαν πεταλούδες, κι αποφάσισε την ιδια στιγμη πως τα ναρκωτικά δεν τον βοηθάνε και πολύ να παει αυτό το "ένα βήμα μπροστά", και ξενέρωσε λίγο, γιατι περίμενε αυτό το πλάνο πολύ καιρό, κι εκείνος αντί να βλέπει την ευκαιρία, έβλεπε πεταλούδες.
(Η ελεύθερη επιλογή δεν ήταν το φορτε του)
Συνέχισε να την ακουει, να την κοιτάζει, να σκέφτεται, και να θολώνει.
Αναψε τσιγάρο.
Τυλιξε την εκπνοή του καπνού με εναν αναστεναγμό. Επιασε αποφασιστικά το ποτήρι. Εκείνο τουλαχιστον, ηταν ξεκαθαρο και σίγουρο πως δεν θα απομακρυνόταν καθώς πλησίαζαν τα χείλη του. Η γεύση δεν τον απογείωσε, ουτε τον απογοήτευσε όμως. Προσευχόταν, χαμογελώντας γεμάτος αμηχανία, να λειτουργήσει γρήγορα το αλκοόλ στο κεφάλι του, μήπως και καταφέρει να ζήσει τη στιγμή.

(Συνέχισε να βαζει διλήμματα στο μυαλό του. Η καρδιά του ειχε αποφασίσει καιρό πριν.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου